Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Εγώ – Εαυτός Δύο αιώνιοι αντίπαλοι.


Τι είναι το Εγώ και τι ο Εαυτός? 


Τους αναφέρω ως αιώνιους αντίπαλους γιατί  κάθε μας ενσάρκωση γίνεται για να μας οδηγήσει στην κατάρριψη του εγώ και να βγάλουμε στην επιφάνεια τον πραγματικό μας Εαυτό. Η κατάρριψη για να γίνει χρειάζεται μια μορφή μάχης, όπου το ζητούμενο από αυτή τη μάχη είναι να κερδίσει τελικά η ουσία μας ο πραγματικός μας Εαυτός . Ο Εαυτός είναι συνδεδεμένος με το 4ο ενεργειακό κέντρο του καθενός, δηλαδή της καρδιάς. Αυτό εννοούσε και ο Χριστός όταν είπε μετέφερε αυτό που ακούς στην καρδιά και όχι στο μυαλό. Το μυαλό που αναφέρει ο Ιησούς,  είναι το Εγώ του κάθε ένα από μας. Το οποίο μυαλό γεμίζει με πληροφορίες από την αρχή της γέννησής μας. Αρκετές από αυτές τις πληροφορίες αργότερα, όταν μεγαλώσουμε είναι υποσυνείδητες. Σπάνια έχουμε καθαρή εικόνα της παιδικής μας ηλικίας και αυτά που δεν μπορούμε να θυμηθούμε είναι συνήθως κομμάτια που μας έχουν πληγώσει. Στην πορεία του βιβλίου θα δείτε με ποιο τρόπο  ο χαρακτήρας – εγώ δεν είναι «μας» αλλά «τους» . Η διδασκαλία μου έχουμε όλοι μας είναι σύμφωνα με τα στάνταρ και με τα πρέπει όλων των γύρω μας και ανάλογα με το περιβάλλον που ζούμε και μεγαλώνουμε. Έτσι οι επιλογές που κάνουμε στη ζωή μας έχουν από την αρχή μια κατεύθυνση. Μας δρομολογούν και με τα παιχνίδια αλλά και με τις προτάσεις που λένε οι γύρω μας ξανά και ξανά. Ώστε σχεδόν ποτέ δεν είμαστε σίγουροι για τις επιλογές μας και γι’ αυτό τις μετανιώνουμε σχεδόν αμέσως, οι περισσότερες επιλογές μας,  μας κουράζουν. Γιατί καμία επιλογή που προέρχεται από την καρδιά σου, δεν θα σε κουράσει. Η επιλογή της καρδιάς, είναι επιλογή της ψυχής άρα του Εαυτού. Σπάνια θα κάνουμε μια τέτοια επιλογή στη ζωή μας. Αυτή η επιλογή ψυχής δεν έχει ταλαιπωρία, δεν έχει κόπο γιατί η ίδια η επιλογή είναι ανανέωση και ευλογία για την ύπαρξή μας. Όμως οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν μέσα από κατεύθυνση «πλύση εγκεφάλου» που μας έχει υποβάλλει το περιβάλλον μας. Μη νιώθεις περίεργα δεν είσαι ο μόνος/η. Όλοι μας είχαμε τέτοιο μεγάλωμα. Μας έμαθαν το «καλό» και το «κακό», το «όμορφο» και το «άσχημο». Με ποια κριτήρια άραγε?  Για τη γυναίκα ας πούμε είναι «καλό» να παντρεύεται. Μας έδιναν ανάλογες διαδρομές για να ονειρευόμαστε μέσα από τα δικά τους μάτια. Να με δουν νυφούλα. Το καλό για ποιον θα ήταν, για μένα, για τη μαμά μου, για την κοινωνία? Όταν υπήρχε αντίδραση σε αυτή την κατεύθυνση τότε έμπαιναν οι ανάλογοι χαρακτηρισμοί για τη γυναίκα αυτή. Και άρχιζε ο λεκτικός πετροπόλεμος. Ρεζίλι θα μας κάνεις,  αυτά σε έμαθα εγώ, δεν σκέφτεσαι τι θα πουν οι γείτονες, δεν θα έχω μούτρα να αντικρύσω τη γειτονιά κλπ. Έτσι αν αυτή η γυναίκα επέμενε στην απόφασή της να μείνει έξω από αυτό το κατε – στημένο- γάμο, θα γέμιζε το μέσα της με τύψεις και ενοχές. Κι αν λίγο αργότερα η μαμά της αρρώσταινε εκείνη θα ένιωθε υπεύθυνη για αυτό.  Ενώ για τον άντρα από την παιδική του ηλικία, άρχιζε ο εξής «βομβαρδισμός», οι άντρες δεν κλαίνε, τι άντρας είσαι εσύ που μυξοκλαίς, τα κορίτσια τα κάνουν αυτά. Τα παιχνίδια τους ήταν ανάλογα, έτσι ώστε να έχουν μέσα τους δύναμη. Αν ένας άντρας αποφάσιζε να γίνει χορευτής ήταν η «καταστροφή» της οικογένειας.  Γενικά έπρεπε απαραίτητα να μοιάζουμε με τους άλλους, για να είμαστε αποδεχτοί από το οικείο περιβάλλον. Κάθε διαφορετική επιλογή που κάναμε, είχε συναισθηματικούς εκβιασμούς από την οικογένεια. Να φύγεις από το σπίτι, δεν την αγαπάς την μάνα σου, εσύ θα με πεθάνεις και διάφορα τέτοια. Ήθελαν να μας συνετίσουν. Με τι άραγε? Αφού και οι ίδιοι οι γονείς μας αγκομαχούσαν για τις επιλογές τους. Τίποτε από τη ζωή τους ουσιαστικά δεν τους άρεσε. Τι προσπαθούσαν να κάνουν με μας? Εγώ θέλω παιδί μου το καλό σου. Ποιο είναι τελικά το καλό μου? Ποιος το ξέρει πραγματικά? Μόνο η ψυχή μου ξέρει ποια είναι η διαδρομή μου στον πλανήτη. Μόνο η ψυχή μου ξέρει γιατί γεννήθηκα και ποια μαθήματα ήρθα να πάρω από τη ζωή.

Δωροθέα