Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Η Πραγματική ανέλιξη προς την εξέλιξη.

Έχουν έρθει τα πάνω κάτω, σε αξίες, σε ήθη, σε έθιμα. Όλα έχουν αλλάξει εικόνα και αυτή η εικόνα είναι που τελικά μας δείχνει ότι είμαστε σε απόσταση από την πραγματική μας ουσία.


Αυτό που έχουμε καταφέρει, όχι όλοι, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό, είναι να ζούμε επιφανειακά. Όσο περνά ο καιρός όλο και πιο επιφανειακά ζούμε, αλλά και όλο και πιο πολύ αποζητάμε το αποτέλεσμα να έρθει, πριν καν ακόμη κάνουμε έστω μία μικρή προσπάθεια.
Τι μας έφερε ως εδώ άραγε? Τι μας έχει φέρει στο να μη θέλουμε να κουνήσουμε έστω και το μικρό μας δακτυλάκι ως προς την ουσία ? Η κόπωση. Κουραστήκαμε. Από τι άραγε ? Μα από το εφήμερο και το ουτοπικό. Εστιάσαμε και εστιάζουμε ακόμη και σήμερα εκεί. Ποιο πολύ θα στεναχωρηθούμε για κάτι που δεν μας ανήκει, παρά γι αυτό που μας ανήκει πραγματικά.
Λες και στόχος μας ήταν να βιώσουμε την εξόντωσή μας. Οπότε κάθε μας στόχος ήταν και ακόμη είναι έξω από εμάς. Κι αν ήταν για μας θέλαμε και θέλουμε γρήγορη γνώση για να περάσουμε από αυτή τη γνώση στο γρήγορο κέρδος.
Έτσι η εποχή αυτή που έχει περάσει στον δρόμο της ταχύτητας μας έχει οδηγήσει να μη βλέπουμε μπροστά μας, αλλά να προσπαθούμε να δούμε το μέλλον. 

Ποιο μέλλον? Μα το μέλλον ορίζεται από το παρόν. Το σημερινό παρόν ήταν ένα μέλλον κάποιων ανθρώπων του χθες. Και τι μας διδάσκει αυτό το δικό τους μέλλον ? Ότι τελικά άδικα έχαναν ώρες και μέρες από τη ζωή τους για ένα μέλλον το οποίο ήρθε, αλλά ήρθε όπως ήθελε αυτό ? Μήπως τελικά ο τρόπος σκέψης και ο τρόπος που λειτουργούσαμε δόμησε αυτό το μέλλον.
Έτσι μέσα σε όλο αυτό το μονοπάτι του επιφάνεια, του γρήγορα βάλαμε και την θρησκευτική μας περιουσία. Προσπαθούμε να της βάλουμε τρόπους να πάμε πιο γρήγορα στον Θεό. Ποιο γρήγορα στην επικοινωνία. Ποιο γρήγορα στα θαύματα. Χωρίς να αναρωτιόμαστε πώς γίνεται το γρήγορο ? Γίνεται ?
Πώς γίνεται ένα θεόρατο κτήριο να χτιστεί μέσα σε μερικές μέρες. Μήπως θα είναι προκάτ ? Μήπως δεν θα έχει θεμέλια ? Και μήπως κάποια στιγμή θα μοιάζει όπως στο παραμύθι με τα τρία γουρουνάκια ? Που το πρώτο το σπίτι χτίστηκε από άχυρο… και με το πρώτο φύσημα γκρεμίστηκε. Μήπως κι εμείς έχουμε φτιάξει αχυρένια σπίτια και ο δρόμος της πίστης μας από την ταχύτητα, με το πρώτο φύσημα του έξω από δω, θα γίνει μια θημωνιά με άχυρα ?
Οπότε καλό είναι τουλάχιστον ως προς τον δρόμο αυτόν να βάλουμε στο μυαλό μας το βάθος, την ποιότητα και την ουσία. Έναν δρόμο που τον δίνει απόλυτα η Ορθόδοξη Πίστη. Όχι μέσα από το καθεστώς, αλλά μέσα από το πραγματικό βιώνω, όλα τα Θεία Δώρα που μας έδωσε ο Ιησούς Χριστός μας, μέσα από τον δρόμο Του. Τα Θεία αυτά δώρα, όταν ένας άνθρωπος επιλέξει να τα γνωρίσει σε βάθος, τότε βλέπει πως ο Θεός δεν είναι απόσταση, αφού ο Θρόνος του είναι εκεί μέσα στην Καρδιάς μας.
Το πρώτο μονοπάτι της οικειότητάς μας με την γνωριμία μας με αυτόν τον Θρόνο, είναι η προσευχή.
Η προσευχή, η οποία έχουμε ακούσει να λένε οι Ιερείς, να γίνεται με συντριβή καρδιάς. Για να βιωθεί αυτό θέλει πολύ αγώνα. Όχι αγώνα δεν εννοούμε να τρέχουμε, αλλά να αφιερώνουμε χρόνο σε αυτό το μεγαλείο, συντριβής. 

Η καρδιά μας έχει μέσα της δύο «υλικά» το ένα δημιουργείτε από πόνους συναισθημάτων και από το χαρακτήρα μας – προσωπικότητά μας και το άλλο υλικό είναι εκείνο της Θέωσης που υπάρχει μέσα της. Έτσι η καρδιά θα «ανοίξει» στα δύο και τότε το ένα κομμάτι, αυτό της Θέωσης θα συντρίψει το άλλο. Δηλαδή θα αναγεννηθεί ο νέος μας εαυτός. Ο νέος αυτός εαυτός και η συντριβή δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη. Δεν μετράει ο Θεός τον χρόνο που διαθέτουμε για προσευχή. Ακούμε δηλαδή ανθρώπους να λένε ότι προσεύχομαι τόσο καιρό και τίποτε δεν γίνεται, ο Θεός δεν με ακούει. Κι όμως ο Θεός συνέχεια ακούει, αλλά περιμένει. Περιμένει να γίνει η διάνοιξη αυτή, η συντριβή.
Το πρώτο διάστημα που κάνουμε προσευχή, αυτός που πραγματικά προσεύχεται, είναι η πληγωμένη μας καρδιά. Η οποία λαβώθηκε από το γήινό μας κομμάτι. Εκεί είναι που ενώ νομίζουμε ότι προσευχόμαστε, φλυαρούμε. Ζητάμε δηλαδή από τον Θεό, μέσα από τον φόβο μας και τις ανασφάλειές μας.  Και έτσι αυτό που «φυτεύουμε», εκείνο το διάστημα, είναι μία μαργαρίτα, έναν θάμνο με τριαντάφυλλα. Δηλαδή η προσευχή μας είναι τέτοια η οποία, δεν μπορεί να μας εξασφαλίσει σκιά, προστασία. Γιατί η μαργαρίτα θα μας δώσει τα χρώματα και το τριαντάφυλλο τα αρώματα, αλλά και τον πόνο από τα αγκάθια. 

Η προσευχή, όταν οδηγηθεί με υπομονή και υποδομή μέσα από την μόνιμη αναζήτησή μας και απορία μας «Θεέ μου, προσεύχομαι όπως εσύ θέλεις»? Τότε καταλαβαίνουμε ότι η προσευχή μας για να ανέβει στα Ουράνια, θα είναι σαν σπόρος ενός πλάτανου. Όπου ο Πλάτανος μπορεί να χρειαστεί και χρόνια για να μας δώσει μία επιθυμητή σκιά. Στα πρώτα του χρόνια μπορεί να χωράει μόνο εμάς. Για να φτάσει αυτή η σκιά να χωράει κι άλλους συνανθρώπους μας θα περάσουν χρόνια πολλά. Τότε εκεί σε εκείνο το σημείο, έχει γίνει και η απόλυτη συντριβή του εγώ. Και ο άνθρωπος αυτός βιώνει την σεμνότητα, την αγαθότητα και την Πνευματική Ταπεινοφροσύνη, χαρίσματα που του έχει δώσει ο ίδιος ο Θεός. Γιατί ο άνθρωπος αυτός μέσα από τα βήματα αυτά της προσευχής μέσα από την καθοδήγηση του Θεού, περπατάει και τα υπόλοιπα μονοπάτια της Ορθόδοξης Πίστης μας και έχει καταλειφθεί από τα Θεία Δώρα. Τα οποία είναι η Θεϊκή Πείνα και η Θεϊκή Δίψα.

ετικέτα ( αναγέννηση ) 

Δωροθέα