Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Γλυκιά μου παιδικότητα

Όταν γεννηθήκαμε ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο υπέροχοι, αυθεντικοί, ανέμελοι, έτσι ακριβώς όπως ήμασταν. Ήρθαμε προικισμένοι με την μοναδική μας προσωπικότητα και αισθανόμασταν πολύ ωραία με αυτό. 


Δεν μας χαρακτηρίζαμε, δεν σκεφτόμασταν αν ήμασταν καλοί ή κακοί, δεν κρίναμε κανέναν, δεν μας συγκρίναμε αν ήμασταν καλύτεροι ή χειρότεροι από κάποιον άλλον, ομορφότεροι ή ασχημότεροι, ψηλότεροι ή κοντύτεροι, πλουσιότεροι ή φτωχότεροι, γιατί δεν ξέραμε τι σημαίνουν όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί και οι συγκρίσεις. Δεν κρατάγαμε κακία σε κανέναν, αφού δεν ξέραμε τι θα πεί κακία. Δεν θυμώναμε, δεν βρίζαμε, δεν κρατάγαμε μούτρα σε κανέναν. Ο μόνος λόγος που εκφράζαμε με κλάμα τον υγιή θυμό μας ήταν όταν πεινάγαμε, όταν διψάγαμε ή όταν θέλαμε να κοιμηθούμε ή να ησυχάσουμε και γενικά όταν θέλαμε να εκφράσουμε τις φυσικές μας ανάγκες, τις οποίες ποτέ δεν καταπιέζαμε, γι αυτό και ήμασταν πάντα χαρούμενοι και υγιείς. Αποδεχόμασταν τα πράγματα, τα γεγονότα, τον εαυτό μας και τους άλλους έτσι ακριβώς όπως είναι.
Δοκιμάζαμε τις εμπειρίες που συναντούσαμε με ένα πρωτοφανές σφοδρό πάθος, διψούσαμε συνεχώς να γνωρίσουμε τον κόσμο και μας φαίνονταν όλα τόσο ενδιαφέροντα και μαγικά που δεν μας ένοιαζε καν τι γινόταν γύρω μας, ήμασταν απλά προσηλωμένοι σε αυτό που κάναμε, σε αυτό που βλέπαμε, ακούγαμε, μυρίζαμε, τρώγαμε ή αγγίζαμε. Όλος ο κόσμος μας ήταν εκείνη η μοναδική στιγμή για τον κάθε έναν από μας και δεν σκεφτόμασταν τίποτα έξω από αυτό με το οποίο ασχολιόμασταν. Ήμασταν ένα με αυτό που κάναμε. Όλη μας η σκέψη ήταν επικεντρωμένη σε αυτό που κάναμε, σε αυτή την εμπειρία που βιώναμε κάθε λεπτό.
Όλη η ζωή μας ήταν ένα υπέροχο παιχνίδι εξερεύνησης των πάντων και το απολαμβάναμε μέχρι το τελευταίο κύτταρο του σώματός μας. Ήμασταν πάντα εκεί, σε αυτό που συνέβαινε για μας και δεν με ένοιαζε τίποτε άλλο.
Γελούσαμε με τους πάντες και τα πάντα, ήμασταν χαρούμενοι συνέχεια, εκτός αν κάποιος προσπαθούσε να μας βγάλει από αυτόν τον επίγειο παράδεισο που ζούσαμε.
Όσο μεγαλώναμε αυτή η προσπάθεια των άλλων άρχισε να γίνεται εντονότερη, βιαιότερη και περισσότερο δυσάρεστη για μας και μας ενοχλούσε αφάνταστα. Προσπαθούσαν να μας αποτραβήξουν από τον μαγικό κόσμο στον οποίο ζούσαμε, πιέζοντάς μας να κάνουμε πράγματα που εκείνοι θεωρούσαν σωστά, λέγοντας μας ότι ήθελαν να μας μάθουν τον κόσμο και πως να συμπεριφερόμαστε μέσα σε αυτόν. Μεγαλώνοντας καταλάβαμε πως τα πιο πολλά πράγματα που μας μάθαιναν ήταν λάθος, ενάντια στην αυθεντική μας συμπεριφορά. Μας μάθαιναν να σκεφτόμαστε όπως αυτοί, να κρίνουμε όπως αυτοί, να συγκρίνουμε, να κατακρίνουμε, να βάζουμε ετικέτες. Να φοβόμαστε, να στενοχωριόμαστε, να αγχωνόμαστε, να εκδικούμαστε, να βρίζουμε, να εκμεταλλευόμαστε. Μας μάθαιναν να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας και να περνάμε τα αυθεντικά μας θέλω από το κόσκινο των πρέπει και των μη. Άρχισαν κάποια στιγμή να μας διδάσκουν την ίδια ακριβώς λογική που είχαν ακολουθήσει όλοι οι άνθρωποι που είχαν έρθει σε αυτή την γη από την εμφάνισή τους στον πλανήτη. Μας μάθαιναν τις ίντρικες, τα μίση, τις δολοφονίες και τους πολέμους μεταξύ των ανθρώπων και ήθελαν μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις να αισθανόμαστε και περήφανοι για όλους αυτούς όπως αισθάνονταν οι ίδιοι. Σιγά σιγά όλα αυτά έγιναν δεύτερη φύση μας και έτσι ξεχάσαμε τι θα πει αληθινός, αγνός, ειλικρινής.
Περνώντας τα χρόνια, παρατηρώντας την κατάληξη της ανθρωπότητας και του επίκτητου χαρακτήρα μας που είχαμε διαμορφώσει μεγαλώνοντας, κάποιοι από εμάς ξεκίνησαν να προσπαθούν να γνωρίσουν ποιοι πραγματικά είναι και τι τελικά ήρθαμε να κάνουμε εδώ που ήρθαμε. Έτσι, μετά από μελέτη και πολύ προσωπική δουλειά με τον εαυτό τους, άρχισαν να συνειδητοποιούν σταδιακά ότι όλα αυτά ήταν ένα πανωφόρι που μας επέβαλαν να φορέσουμε το οποίο ήταν όλο στα δικά τους μέτρα, δεν μας έκανε εμάς, δεν ταίριαζε επάνω μας και αποφάσισαν να το αλλάξουν.
Άρχισαν να ξαναθυμούνται την παλιά τους σοφία, όταν ήταν πολύ μικροί όλα ήταν υπέροχα για εκείνους. Αποφάσισαν λοιπόν να βρίσκονται συνεχώς στο εδώ και τώρα, να ασχολούνται με αυτό που τους ευχαριστεί, να βλέπουν την ομορφιά παντού γύρω τους, να χαίρονται που ζουν να ευγνωμονούν και να απολαμβάνουν κάθε λεπτό της ζωής τους. Από μια στιγμή και μετά, όλα ως δια μαγείας άλλαξαν γύρω τους ξαφνικά. Σταμάτησαν να τους ενοχλούν οι άλλοι, το άγχος, η στενοχώρια, ο θυμός, η θλίψη, ο φόβος άρχισαν να λιγοστεύουν μέσα τους και να αισθάνονται περισσότερο ευτυχισμένοι, πλήρεις και ασφαλείς.

Άρχισαν να συνδέονται και να αναγνωρίζουν τον αληθινό τους εαυτό και όντας συνεχώς στο παρόν να είναι ταυτόχρονα συνδεδεμένοι με τα πάντα. Το εδώ και τώρα πλέον μετατράπηκε γι αυτούς σε είμαι και άρχισαν πια να συνειδητοποιούν ότι όλο το Σύμπαν είναι μέσα τους αφού εκείνοι είναι μέσα Του.

Τάσος Παπαμιχαλόπουλος 

ετικέτα ( αναγέννηση )